Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εκατόχρονος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-η, -ο
1. ο εκατονταετής, αυτός που είναι κατασκευασμένος ή υπάρχει από εκατό χρόνια
2. ο πολύ παλιός
3. (το ουδ. πληθ. ως ουσ.) τα εκατόχρονα
η εκατονταετηρίδα («τα εκατόχρονα του Σολωμού»).