Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ελαιουργός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ο (AM ἐλαιουργός, θηλ. ἐλαιούργισσα, η)
1. αυτός που εργάζεται για την παρασκευή ελαίου, ο ειδικός στην ελαιουργία, ο ελαιοτρίβης
2. ο ιδιοκτήτης ελαιουργείου.