Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ελαιουργός

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο (AM ἐλαιουργός, θηλ. ἐλαιούργισσα, η)
1. αυτός που εργάζεται για την παρασκευή ελαίου, ο ειδικός στην ελαιουργία, ο ελαιοτρίβης
2. ο ιδιοκτήτης ελαιουργείου.