Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμαυτού

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

-ής (AM ἐμαυτοῦ, -ῆς
Α και ἐμεωυτοῦ και ἐμωυτοῦ, -ῆς)
αυτοπαθής αντωνυμία α' εν. προσώπου, μόνο στις πλάγιες πτώσεις («εμένα του ίδιου, του ίδιου του εαυτού μου»).
νεοελλ.
φρ.
1. «ομιλώ κατ' εμαυτόν» — μονολογώ
2. «διαθέτω κατά βούληση τα εμαυτού» — τα υπάρχοντά μου.