Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμμένω

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

(AM ἐμμένω)
μένω σταθερός, αμετακίνητος σε κάτιεμμένω στην αρχική μου πρόταση», «ὁρκίοισι ἐμμενέειν», Ηρόδ.)
αρχ.
1. διαμένω, ζω κάπου
2. (για συνθήκες, νόμους κ.λπ.) μένω αμετακίνητος, διαρκώ («ἐμμεῑναι τὸν νόμον», Πλάτ.)
3. παραμένω από συνήθεια («το τε σιδηροφορεῑσθαι τούτοις... ἀπό τῆς παλαιᾱς ληστείας ἐμμεμένηκεν», Θουκ.).