Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εμπνέω

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

(AM ἐμπνέω)
1. εμφυσώ, εμβάλλω σε κάποιον κάτι («μού εμπνέει αυτοπεποίθηση», «ἐνέπνευσε αὐδήν, μένος, θράσος, φόβον κ.λπ.»)
νεοελλ.
1. συντελώ να γεννηθεί στη σκέψη ή στη φαντασία επιστήμονα ή καλλιτέχνη μια ιδέα, επιστημονική ή καλλιτεχνική σύλληψη
2. (μτχ. παρακμ.) εμπνευσμένος, -η, -ο
α) αυτός που διακρίνεται για την έμπνευσή του, την πρωτοτυπία και την ευαισθησία του («εμπνευσμένος ποιητής, φιλόσοφος κ.λπ.»)
β) αυτός που με την έμπνευσή του εμπνέει, συγκινεί και τους άλλους
(«εμπνευσμένος λόγος, παράσταση, εκτέλεση, μουσική κ.λπ.»)
γ) αρχ.
1. (για άνεμο) πνέω προς ορισμένη διεύθυνση
2. φουσκώνω τα πανιά του πλοίου
3. αναπνέω
4. ζω
5. παίζω αυλό
6. αποπνέω, μυρίζω.