Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενθάρρυνση

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η
1. η ενέργεια του ενθαρρύνω, εμψύχωση
2. λόγος ή πράξη που δίνει θάρρος σε κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ενθαρρύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό].