Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ενθάρρυνση

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

η
1. η ενέργεια του ενθαρρύνω, εμψύχωση
2. λόγος ή πράξη που δίνει θάρρος σε κάποιον.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ενθαρρύνω. Η λ. μαρτυρείται από το 1840 στο Ιταλοελληνικό Νομοτεχνικό Λεξικό].