Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξέχω

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐξέχω) έχω
1. σχηματίζω προεξοχή
2. υπερέχω, είμαι ανώτερος
3. (η μτχ. ενεστ. ως επιθ.) εξέχων, εξέχουσα, εξέχον
υπέροχος, ξεχωριστός, διακεκριμένος
αρχ.
1. (για τον ήλιο) λάμπω
2. είμαι εξαρτημένος («ἐξέχειν τοῦ θείου»)
3. (το ουδ. πληθ. της παθ. μτχ. ενεστ. ως ουσ.) τὰ ἐξεχόμενα
φατνώματα, σκαλιστά πλαίσια.