Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαίσιος

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

-α, -ο (AM ἐξαίσιος, -ον και ἐξαίσιος, -α, -ον) αίσιος
1. έξοχος, θαυμάσιος («εξαίσιο ταξίδι»)
2. (επίρρ. εξαίσια και εξαισίως
πάρα πολύ, πολύ ωραία, υπέροχα
νεοελλ.
γοητευτικός («εξαίσιο παρουσιαστικό»)
αρχ.-μσν.
εκπληκτικός, ασυνήθιστος
αρχ.
1. άδικος, ανόσιος («Θέτιδος δ' ἐξαίσιον ἀρὴν πᾱσαν ἐπικρήνειε», Ομ. Ιλ.)
2. (για οιωνό) δυσοίωνος
3. σφοδρός, ορμητικός («ἐπιπνεῡσαι νότον μέγαν τε καὶ ἐξαίσιον», Ηρόδ.)
4. μεγάλος, ισχυρόςχειμών ἐξαίσιος», Πλάτ.).