Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαιρετικός

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον → Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἐξαιρετικός, -ή, -όν) εξαιρώ
1. αυτός που αποτελεί εξαίρεση από το κανονικό, ασυνήθιστος («εξαιρετική ανάγκη, περίπτωση»)
2. εκλεκτός, σπουδαίος, έξοχος («εξαιρετική ευφυΐα, επιμέλεια»)
3. (για κακό) υπερβολικός («εξαιρετική αφηρημάδα»)
αρχ.
αυτός που έχει τη δύναμη ή τη δυνατότητα να εξαιρεί.