Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαιρετικός

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

-ή, -ό (Α ἐξαιρετικός, -ή, -όν) εξαιρώ
1. αυτός που αποτελεί εξαίρεση από το κανονικό, ασυνήθιστος («εξαιρετική ανάγκη, περίπτωση»)
2. εκλεκτός, σπουδαίος, έξοχος («εξαιρετική ευφυΐα, επιμέλεια»)
3. (για κακό) υπερβολικός («εξαιρετική αφηρημάδα»)
αρχ.
αυτός που έχει τη δύναμη ή τη δυνατότητα να εξαιρεί.