Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαντλώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(AM ἐξαντλῶ, -έω) αντλώ
καταναλώνω, ξοδεύω, σπαταλώμετὰ τῶν ἑταιρῶν ἐξαντλοῡντα ἤ τὸ πᾱν ἤ τὸ πολὺ τῆς οὐσίας», Αλκίφρ.)
νεοελλ.
1. (για αφηρημ. ιδιότητες, έννοιες, πράγματα κ.λπ.) χρησιμοποιώ, διαθέτω πλήρως («εξαντλήθηκε η υπομονή μου»)
2. κουράζω, εξασθενίζω, προκαλώ ελάττωση τών σωματικών, πνευματικών ή ψυχικών δυνάμεων («εξαντλήθηκε από την πολλή δουλειά»)
αρχ.-μσν.
αφαιρώ, κάνω δικό μου, αρπάζω («τῆς ἀρρήτου σοφίας... ἐξαντλήσας τὸν πλοῡτον τὸν μυστικόν», Μηναία)
αρχ.
1. αντλώ εκτός, χύνω προς τα έξω («τὰ μὲν ἐξαντλοῡντας, τὰ δὲ ἀποχετεύοντας», Πλούτ.)
2. υφίσταμαι ώς το τέλος, υπομένω, ανέχομαι, υποφέρω («καὶ νῡν ἐκείνων μείζον' ἐξαντλῶ πόνον», Ευρ.).