Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξαρτώ

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

(AM ἐξαρτῶ, -άω)
1. αναρτώ, κρεμώ κάτι από κάπου («τοὺς μὲν θυρεούς... ἐκ τῶν ὤμων ἐξηρτηκότες», Πολ.)
2. ακολουθώ τη βούληση ή τις διαθέσεις άλλου
3. παθ. υπάγομαι στην εξουσία, στην επίδραση άλλων (α. «σοῡ γὰρ ἐξηρτήμεθα», Ευρ.
β. «εξαρτάται από τους γονείς του»)
4. βρίσκομαι κάτω από την άμεση επίδραση ή τη διάθεση προσώπων, γεγονότων ή καταστάσεων (α. «ἐξηρτώμεθα τῶν ἐλπίδων», Ισοκρ.
β. «η θέση του εξαρτάται από την πολιτική κατάσταση»)
νεοελλ.
1. υφίσταμαι ως επακόλουθο μιας άλλης ιδιότητας ή κατάστασης («η προαγωγή σου εξαρτάται από την απόδοση σου»)
2. στηρίζω, βασίζω σε κάτι
3. (απολ.) το γ' εν. πρόσ. εξαρτάται
δεν είναι βέβαιο, ανάλογα με τις περιστάσεις
(«θα 'ρθεις στο σπίτι; εξαρτάται»)
αρχ.
1. στηρίζομαι, ακουμπώ πάνω σε κάτι
2. απλώνω, τεντώνω
3. (για χώρα) συνορεύω, γειτνιάζω
4. παθ. είμαι ψηλότερα, υψώνομαι
5. παθ. (για χώρα) προχωρώ υψωνόμενος σιγά σιγά.