Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξομάλυνση

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

η εξομάλυνση
1. το να καταστεί ομαλό κάτι, χωρίς προεξοχές
2. το να απαλειφθούν δυσχέρειες, εντάσεις, ακρότητες κ.λπ. από ζητήματα, σχέσεις κ.λπ. («η εξομάλυνση των σχέσεων τών δύο παρατάξεων»).