Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξοχή

Φοβοῦ τὸ γῆρας, οὐ γὰρ ἔρχεται μόνον -> Fear old age, for it never comes alone
Menander

Greek Monolingual

η (AM ἐξοχή)
1. οτιδήποτε προεξέχει από την επιφάνεια σώματος, οργάνου, αντικειμένου ή καταλήγει σε αιχμή («οι εξοχές τών οστών», «ή τῶν κεράτων ἐξοχή»)
2. δερματικά ογκώματα, κρεατοελιές
3. φρ. «κατ' ἐξοχήν» — εξαιρετικά, κυρίως
μσν.- νεοελλ.
η ύπαιθρος, περιοχές έξω από τις πόλεις
νεοελλ.
εξοχική περιοχή, έξω από τις πόλεις, κατάλληλη για παραθερισμό
αρχ.-μσν.
υπεροχή
μσν.
(σε φιλοφρόνηση) η εξοχότητα
αρχ.
1. προεξοχή, ύψωμα
2. πληθ. ἐξοχαί
οι εξοχάδες.
[ΕΤΥΜΟΛ. Παράγωγο του ρ. εξ-έχω, που εμφανίζει την ετεροιωμένη βαθμίδα (οχ-) του ρ. έχω].