Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εξυπνάδα

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

η
1. η ιδιότητα του έξυπνου, ευφυΐα
2. έξυπνο αστείο
3. στον πληθ. (κοροϊδευτικά) εξυπνάδες
άνοστα, ανόητα αστεία.
[ΕΤΥΜΟΛ. < έξυπνος + επίθημα -άδα].