Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίσημο

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225

Greek Monolingual

το (Α ἐπίσημον) σήμα
μικρή σημαία που υψώνεται στην πρώρα τών πολεμικών πλοίων, κν. τσαμαδούρα
αρχ.
1. διακριτικό σημάδι, σύμβολο (π.χ. εθνόσημο, οικόσημο) («ἄνευ γὰρ ἐπισήμου οὔ σφι νόμος ἐστὶ ἔχειν σκῆπτρον», Ηρόδ.)
2. (για ασπίδα) διακριτικό σημάδι στο κέντρο της ασπίδας
3. σημάδι ή σύμβολο χαραγμένο σε νομίσματα
4. παράσταση πάνω σε σφραγίδα
5. στον πληθ. ἐπίσημα
ιερογλυφικά
6. (κατά τον Ησύχ.) «ἐπίσημα
τὰ ἐπί προσώπου σημεῑα».