Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίσκοπος

Ἐς δὲ τὰ ἔσχατα νουσήματα αἱ ἔσχαται θεραπεῖαι ἐς ἀκριβείην, κράτισται -> For extreme diseases, extreme methods of cure, as to restriction, are most suitable.
Corpus Hippocraticum, Aphorisms 1.6.2

Greek Monolingual

ο (AM ἐπίσκοπος, Α και επίθ. ἐπίσκοπος, -ον)
αρχιερέας που κατέχει τον υψηλότερο βαθμό της ιερωσύνης, κατά την εκκλησιαστική παράδοση διάδοχος και συνεχιστής του έργου τών αποστόλων
αρχ.
1. αυτός που πετυχαίνει τον στόχο («ἐπίσκοπος ὀϊστῶν»)
2. ταιριαστός («ἄτης τόδ’ ἐπίσκοπον μέλος», Σοφ.)
3. το αρσ. ως ουσ. α) φύλακας, σκοπός
β) πολιούχος θεός
γ) κατάσκοπος («Τρώεσσιν ἐπίσκοπον»)
δ) δημόσιος λειτουργός στην αρχαία Αθήνα με αρμοδιότητες για προσωρινή διοίκηση υποτελών πόλεων.
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. εκ συναρπαγής
πιθ. από τη φράση επί σκοπόν].