Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίστρατος

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

ο
1. επιστρατευμένος
2. αυτός που ανήκει σε στρατεύσιμη κλάση σε περίπτωση επιστράτευσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + στρατός. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις].