Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επίστρατος

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ο
1. επιστρατευμένος
2. αυτός που ανήκει σε στρατεύσιμη κλάση σε περίπτωση επιστράτευσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + στρατός. Η λ. μαρτυρείται από το 1895 στην εφημερίδα Ακρόπολις].