Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιδιορθώνω

Οὔτοι συνέχθειν, ἀλλὰ συμφιλεῖν ἔφυν -> I was not born to hate, but to love.
Sophocles, Antigone 523

Greek Monolingual

(AM ἐπιδιορθῶ, -όω)
διορθώνω, επισκευάζω κάτι που έχει υποστεί φθορά
αρχ.-μσν.
1. συμπληρώνω κάτι, ολοκληρώνω κάτι ημιτελές
2. μέσ. ἐπιδιορθοῡμαι
επανορθώνω
αρχ.
διορθώνω κατόπιν.