Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιδιορθώνω

Φιλοκαλοῦμέν τε γὰρ μετ' εὐτελείας καὶ φιλοσοφοῦμεν ἄνευ μαλακίας -> Our love of what is beautiful does not lead to extravagance; our love of the things of the mind does not makes us soft.
Τhucydides, 2.40.1

Greek Monolingual

(AM ἐπιδιορθῶ, -όω)
διορθώνω, επισκευάζω κάτι που έχει υποστεί φθορά
αρχ.-μσν.
1. συμπληρώνω κάτι, ολοκληρώνω κάτι ημιτελές
2. μέσ. ἐπιδιορθοῡμαι
επανορθώνω
αρχ.
διορθώνω κατόπιν.