Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιθεωρώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(Α ἐπιθεωρῶ, -έω)
εξετάζω με ακρίβεια έργο ή υπηρεσία
αρχ.
1. θεωρώ, παρατηρώ με τη σειρά, κατόπιν
2. εποπτεύω, επιτηρώ
3. κοιτάζω, παρατηρώ
4. αστρολ. αντικρίζω από δεξιά.