Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιμελούμαι

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

(AM ἐπιμελοῡμαι, -έομαι
Α και ἐπιμέλομαι) μέλω
φροντίζω, καταγίνομαι με κάτι με ενδιαφέρον και προθυμία, επιστατώ (α. «τὰ τῶν θεῶν ἐπιμελούμεθα», Ευρ.
β. «περὶ τῆς ὑμετέρας ἀσφαλείας ἐπιμελούμενον», Ξεν.)
νεοελλ.
(η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) επιμελημένος, -η, -ο
φροντισμένος προσεκτικά («επιμελημένη έκδοση»)
αρχ.
1. (για δημόσια θέση) έχω τη φροντίδα, την ευθύνη («προεστάναι τῆς πόλεως καὶ ἐπιμελεῑσθαι», Πλάτ.)
2. ασχολούμαι με κάτι («ἐπεμελοῦντο τῆς ἀρετῆς», Ξεν.).