Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιρροή

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a

Greek Monolingual

η (Α ἐπιρροή)
νεοελλ.
1. μτφ. επίδραση, επενέργεια, επηρεασμός, επιβολή («ασκεί μεγάλη επιρροή επάνω σου» — σέ επηρεάζει πολύ)
2. απόλ. μτφ. προσωπικό ή κοινωνικό ή πολιτικό κύρος, δύναμη («ἐχει μεγάλη επιρροή στην κυβέρνηση»)
3. δημοφιλία
4. (για πράγμ.) συμβολή σε κάτι, επίδραση
μσν.
(για το Αγιο Πνεύμα) επιφοίτηση
αρχ.
1. ροή πάνω σε κάτι ή σε περισσότερη ποσότητα, άφθονη ροή, πλημμύρα («κακαῑς ἐπιρροαῑσι βορβόρῳ θ’ ὕδωρ λαμπρὸν μιαίνων», Αισχύλ.)
2. (για φως) εκπομπή, διάχυση
3. (για τροφή) κάθοδος, διαδρομή από το στόμα προς το υπόλοιπο σώμα
4. ροή από ψηλότερο μέρος («φθάσαι βουλόμενος τήν ἐπιρροήν», Λουκιαν.)
5. (για ποταμό) ρεύμα
6. αγωγός, αυλάκι
7. πότισμα, άρδευση
8. (για γεγονότα, συμφορές κ.λπ.) συσσώρευση, πληθώρα, συρροή
9. (για αρρώστια) διάδοση, εξάπλωση
10. επάνοδος. Βλ. και επίρροια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επιρρέω. Η αρχαία και κυριολεκτική σημ. της λέξεως ήταν «ροή πάνω σε κάτι» ή «περισσότερη, άφθονη ροή», δηλ. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του επιρρέω. Κατά τον μεσαίωνα όμως αποκάλεσαν «άστρων επιρροάς» την, κατά την τότε επικρατούσα αντίληψη, εκπομπή ρευστών από τα άστρα στη Γη. Από αυτή τη χρήση της λέξεως στην αστρολογία προήλθε περί τον 15ο αιώνα η γνωστή μτφ. σημ. της λέξεως «επίδραση, επιρροή», η οποία πρωτοαπαντά στις νεώτερες ευρωπαϊκές γλώσσες
πρβλ. γαλλ. influence (< influer < λατ. influere, influo < in + fluo «ρέω»), αγγλ. influence. To ελλ. επιρροή, με τη σημερινή σημ., είναι, επομένως, αντιδάνεια λέξη].