Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επισκέπτομαι

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

(AM ἐπισκέπτομαι) σκέπτομαι
1. πηγαίνω στο σπίτι κάποιου για να τον δω, να τον χαιρετήσω, να του ευχηθώ κ.λπ. («ἠσθένησα, καί ἐπισκέψασθέ με», ΚΔ)
2. (για γιατρό) πηγαίνω σε άρρωστο για να τον εξετάσω
3. (για αξιωματούχους) επιθεωρώ
νεοελλ.
πηγαίνω κάπου για να παρατηρήσω, να θαυμάσω («επισκέφθηκα όλα τα μουσεία της πόλης»)
αρχ.-μσν.
παρατηρώ, εξετάζω προσεκτικά
2. φροντίζω, ενδιαφέρομαι για κάποιον.