Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

επιτελώ

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

(AM ἐπιτελῶ, -έω) τελώ
πραγματοποιώ, εκτελώ, επιτυγχάνω, αποπερατώνωὅπως ἂν ἡ εἰρήνη ἐπιτελεσθῇ», Δημοσθ.)
αρχ.
1. εκτελώ («οἱ μὲν νυν ἄλλοι παῑδες τὰ ἐπιτασσόμενα ἐπετέλεον», Ηρόδ.)
2. συμπληρώνω, αποτελειώνω την κατασκευή («ὡς δὲ ἐπετελέσθη τὸ οἴκημα», Ηρόδ.)
3. εκτελώ θρησκευτικό καθήκον (θυσία, ευχή κ.λπ.)
4. εκπληρώνω λόγο, υπόσχεση, ευχή («ἀδύνατον νομίσαντα εἶναι ἐπιτελέσαι βασιλεῑ ἃ ὑπέσχετο», Ηρόδ.)
5. κάνω κάτι τέλειο («διόπερ ἐν τοῑς τοιούτοις ἀεί τὸ ἄρρεν επιτελεῑ τήν γένεσιν», Αριστοτ.)
6. πληρώνω, καταβάλλω τα οφειλόμενα («ἐπιτάξαντα ἀποφορὴν ἐπιτελέειν κατ’ ἐνιαυτόν», Ηρόδ.)
7. φρ. α) «ἐπιτελῶ τὴν δίκην» — κινώ δίκη εναντίον κάποιου («εἰς τὸ δικαστήριον οὕτως εἰσαγαγόντες τὴν τῆς ἀσεβείας δίκην τούτοις ἐπιτελούντων», Πλάτ.)
β) «ἐπιτελῶ τινι» — προσφέρω θυσία σε κάποιον
8. παθ. επιτελοῡμαι
εκπληρώνομαι, δικαιώνομαι («πλὴν οὐ πολλαῑς ἡμέραις ὕστερον ἐπιτελεσθέντος τοῦ λόγου», Ισοκρ.)·