Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εργάτης

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.

Greek Monolingual

ο, θηλ. εργάτρια και εργάτισσα (AM ἐργάτης, ὁ, θηλ. ἐργάτις και ἐργατίνα)
1. αυτός που εργάζεται χρησιμοποιώντας κυρίως τα χέρια του, που κάνει χειρωνακτική εργασία
2. εκείνος που είναι αφοσιωμένος σε κάτι, που εργάζεται συστηματικά και αποδοτικά (α. «εργάτης του θεάτρου, του πνεύματος» β. «τῆς ἀρετής ἐργάται»)
3. μηχάνημα για την ανέλκυση της άγκυρας του πλοίου
νεοελλ.
1. αυτός που προσφέρει χειρωνακτική εργασία με ημερομίσθιο («πήρε δέκα εργάτες στην οικοδομή του»)
2. αυτός που δουλεύει σε εργοστάσιο («οι εργάτες του εργοστασίου»)
μσν.
1. δούλος, υποτακτικός
2. υπηρέτης
αρχ.
1. γεωργός, ξωμάχος
2. εργατικός, δραστήριοςκαίτοι γ’ ἐστί σώφρων κἀργάτης», Αριστοφ.)
3. έμπειρος σε κάτι («πασῶν τῶν τεχνῶν ἐργάτην», Ξεν.)
4. δημιουργός, παραγωγός.
[ΕΤΥΜΟΛ. < έργον. Ο τ. μαρτυρείται στη μυκηναϊκή (we-ka-ta) και πιθ. ήταν αρχικά επίθετο (πρβλ. εργάτης βους «βόδι εργατικό») που ουσιαστικοποιήθηκε].