Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εταιρεύομαι

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

Greek Monolingual

ἑταιρεύομαι (Α) εταίρος
(για άνδρες) εκδίδω τον εαυτό μου, πορνεύομαι.