Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ετερόκλιτος

Ἦθος ἀνθρώπῳ δαίμων -> A man's character is his fate
Heraclitus, fr. B 119 Diels

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ ἑτερόκλιτος, -ον)
(για ονόματα ή ρήματα) αυτός που κλίνεται ανώμαλα («Ζευς, Διός», «πυρ, πυρά», «φέρω, οίσω, ήνεγκον»)
νεοελλ.
ο ετεροκλινής.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ετερο- + κλιτός (< κλίνω) πρβλ. ά-κλιτος].