Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ετυμηγορία

Ἓν οἶδα, ὅτι οὐδὲν οἶδα –> I know only one thing, that I know nothing | all I know is that I know nothing.
Diogenes Laertius, Lives of the Philosophers, Book 2 sec. 32.

Greek Monolingual

η (Α ἐτυμηγορία) ετυμηγόρος
νεοελλ.
1. (νομ.) η απόφαση κάθε δικαστηρίου, αλλά κυρίως του ορκωτού («η ετυμηγορία τών ενόρκων»)
2. φρ. «η ετυμηγορία του λαού» — η διά της ψήφου εκφραζόμενη λαϊκή θέληση
αρχ.
το να λέει κάποιος την αλήθεια, η ετυμολογία.