Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευγενικός

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

και βγενικός, -ή και -ιά, -ό (Μ εὐγενικός, -ή, -όν)
1. αυτός που κατάγεται από ευγενείς, από αρχοντική γενιά
2. εκείνος που έχει ευγενικά αισθήματα, ευγενές ήθος
3. αυτός που έχει πολιτισμένους τρόπους, που συμπεριφέρεται με ευγένεια
νεοελλ.
1. όμορφος, ομορφοκαμωμένος
2. (για αέρα) δροσερός
3. (ως τιμητική προσφώνηση) Κερ-Αλεξάντρα ευγενική
4. (ως βαφτιστικό όνομα) Ευγενική
μσν.
1. πολύτιμος, μεγάλης αξίας
2. λαμπρός, ξακουστός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Μεταπλασμένος τ. του ευγενής σε -ικός (πρβλ. ασθενής > ασθενικός, διεθνής > διεθνικός)].