Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευθύνω

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

(ΑΜ εὐθύνω) ευθύς
κάνω κάτι ευθύ, ευθειάζω, ισιάζωευθύνω μέταλλο»)
νεοελλ.
1. καθιστώ κάποιον υπεύθυνο, βαρύνω κάποιον με ευθύνες
2. (συν. μέσ.) ευθύνομαι
είμαι υπεύθυνος, φέρω ευθύνη («θα τιμωρηθούν όσοι ευθύνονται για τις βομβιστικές ενέργειες»)
αρχ.-μσν.
1. διοικώ, κυβερνώ («φίλιππον λαὸν εὐθύνων δορί», Ευρ.)
2. αναιρώ, ανασκευάζω («τὴν Φιλίστου διάλεκτον εὐθύνειν», Πλούτ.)
μσν.
καταδικάζω
αρχ.
1. οδηγώ στην ευθεία ή κατ' ευθείαν («πρὸς οἶκον εὐθύνοντες ἐναλίαν πλάτην», Ευρ.)
2. (για δρόμο) στρώνω, αφαιρώ τα εμπόδια («φωνὴ βοῶντος ἐν τῇ ἐρήμῳ, εὐθύνατε τὴν ὁδὸν Κυρίου», ΚΔ)
3. δικάζω σύμφωνα με το δίκαιο
4. στέλνωχρόνος ὄλβον... εὐθύνει», Πίνδ.)
5. (στην Αθήνα για τους άρχοντες) καλώ κάποιον σε λογοδοσία
6. υποβάλλω σε βασανιστήρια
7. υπηρετώ ως εύθυνος
8. διοικούμαι, κυβερνώμαι
9. παθ. εὐθύνομαι
α) ανασκευάζομαι, εξελέγχομαι
β) υποβάλλομαι σε κριτική έρευνα
10. α) (αρσ. μτχ. ενεργ. ενεστ. ως ουσ.) ὁ εὐθύνων
ο πηδαλιούχος
β) (η μτχ. παθ. ενεστ. στο αρσ. πληθ.) οἱ εὐθυνόμενοι
οι κατηγορούμενοι.