Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ευχέρεια

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

η (ΑΜ εὐχέρεια) ευχερής
ευκολία, ικανότητα, δυνατότητα, άνεση στη χρησιμοποίηση ανθρώπων, πραγμάτων ή καταστάσεων
μσν.
ευκαιρία
αρχ.
1. (για την τέχνη) άνεση, ευκολία κινήσεων
2. κλίση, διάθεση, ροπή για κάτι
3. προθυμία για κάτι
4. (με κακή σημ.) επιπόλαιη συμπεριφορά, ελαφρότητα στους τρόπους
5. κουφότητα, ελαφρότητα
6. θρασύτητα, υβριστική διαγωγή.