Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εφαρμόζω

Cras amet qui numquam amavit quique amavit cras amet -> May he love tomorrow who has never loved before; And may he who has loved, love tomorrow as well
Pervigilium Veneris

Greek Monolingual

(ΑΜ ἐφαρμόζω, Α αττ. τ. ἐφαρμόττω, δωρ. τ. ἐφαρμόσδω)
1. προσαρμόζομαι σε κάτι, έχω καλή εφαρμογή, ταιριάζω (α. «πειρήθη δ' ἕο αὐτοῦ ἐν ἔντεσι... εἰ οἷ ἐφαρμόσσειε», Ομ. Ιλ.
β. «τα σανίδια δεν εφαρμόζουν καλά»)
2. θέτω κάτι πάνω σε κάτι άλλο με αντικειμενικό σκοπό την εφαρμογή, συνταιριάζω, συναρμολογώ
3. θέτω κάτι σε εφαρμογή, φέρω εις πέρας, πραγματοποιώ, πραγματώνω («ο μηχανικός πολιτισμός εφαρμόζει τα πορίσματα της θεωρίας τών φυσικών επιστημών»)
νεοελλ.
(μτχ. παρακμ.) φρ. «εφαρμοσμένες επιστήμες» — οι επιστήμες που έχουν άμεσες πρακτικές εφαρμογές
μσν.
τακτοποιώ
μσν.-αρχ.
ταιριάζω καλά, προσαρμόζομαι καλά με την ιδιάζουσα φύση κάποιας κατάστασης (α. «ἐφαρμόζουσιν ἀοιδαὶ [οἴνῳ]» — πάνε καλά, ταιριάζουν με το κρασί τα τραγούδια, Παν.
β. «πῶς οὐχὶ φίλον αὐτῷ καὶ ἐφαρμόζον τῆς σωματικῆς ἰδέας», Στουδ. Θεόδ.)
αρχ.
1. καθιστώ κάτι αρμονικό, σύμφωνο με κάτι, φέρω σε συμφωνία, σε συμβιβασμό («ἐφαρμόσας τὰς δαπάνας ταῑς προσόδοις», Ξεν.)
2. ευαρμονίζω («ἡ ποίησις λόγῳ μέλη καὶ μέτρα καὶ ῥυθμοὺς ἐναρμόσασα», Πλούτ.)
3. φρ. «ἐφαρμόζω ἐπί τινος» — είμαι αρμόδιος, σχετικός με κάτι
4. παθ. ἐφαρμόζομαι
(για γεωμετρικά σχήματα) συνταυτίζομαι, συμπίπτω.
[ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ἁρμόζω.