Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εύνους

Γελᾷ δ' ὁ μωρός, κἄν τι μὴ γέλοιον ᾖ -> The fool laughs even when there's nothing to laugh at
Menander

Greek Monolingual

-ουν (ΑΜ εὔνους, -ουν, εὔνοος, -οον)
αυτός που διάκειται ευνοϊκά, ο ευμενής, ο φιλικός (α. «κτημάτων πάντων ἐστὶ τιμιώτατον ἀνὴρ φίλος συνετός τε καὶ εὔνοος», Ηρόδ.
β. «οἱ ἐμοὶ εὖνοι» — αυτοί που είναι φιλικοί προς εμένα, οι φίλοι μου, Ξεν.
γ. «τὴν πάροδον ἵν' ἔχης... εὐνουστέραν» — για να είναι το πέρασμα πιο ευνοϊκό, άνετο για σένα, Διον. Κωμ.)
μσν.
αυτός που κινεί το ενδιαφέρον
αρχ.
1. (για γυναίκα, υπερθ.) εὐνουστάτη
συμπαθέστατη
2. το ουδ. ως ουσ. τo εὔνουν
η εύνοια.
επίρρ...
εὐνόως και εὔνως (Α)
ευνοϊκώς.
[ΕΤΥΜΟΛ. ευ + -νους (< νους), πρβλ. θελξί-νους, κρυψί-νους].