Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εύπεπτος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12

Greek Monolingual

-η, -ο (Α εὔπεπτος, -ον) (για τροφές) χωνευτικός, ευκολοχώνευτος
αρχ.
1. αυτός που έχει καλή χώνευση, που χωνεύει εύκολα
2. (για χυμούς) αυτός που στίβεται εύκολα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -πεπτος (< πέσσω «ωριμάζω, χωνεύω»), πρβλ. δύσ-πεπτος].