Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εύπορος

Ἢ τὰν ἢ ἐπὶ τᾶς -> Either with this or on this | Come back victorious or dead
Plutarch, Moralia 241

Greek Monolingual

-η, -ο (ΑΜ εὔπορος, -ον)
αυτός που έχει αρκετούς ή άφθονους πόρους, ο ευκατάστατος, ο πλούσιος
νεοελλ.
το αρσ. ως ουσ. ο εύπορος
κολεόπτερο έντομο της οικογένειας τών κεραμβυκιδών
μσν.-αρχ.
1. καλά εφοδιασμένος με κάτι (α. «τὴν πόλιν τοῑς πᾱσιν εὐπορωτάτην ἐποίησεν», Θουκ.
β. «εὔπορος τὰ περὶ τὸν βίον, Ισοκρ.)
2. αυτός που περνιέται εύκολα, που το πέρασμά του είναι εύκολο (α. «εὔπορος ὁδός» β. «παριόντες ἐπὶ τὰ εὔπορα»)
αρχ.
1. εκείνος τον οποίο εύκολα πορίζεται, που εύκολα αποκτά κάποιοςπολλά τοι θεὸς εὔπορ' ἀνθρώποις τελεῑ», Ευρ.)
2. αυτός που βρίσκει πόρο ή διέξοδο, ο εφευρετικός, ο ικανός να επινοεί (α. «εὔπορος ἐν τοῑς ἀπόροις» β. «εὔπορος πρὸς ἅπαν ἔργον»)
3. φρ. «εὔπορος γλῶσσα» — γλώσσα που βρίσκει εύκολα τον δρόμο της, που δίνει γρήγορες και πληρωμένες απαντήσεις
4. φρ. «εὔπορόν ἐστι» — είναι εύκολο να...
5. το ουδ. ως ουσ. τὸ εὔπορον
η ευπορία.
επίρρ...
εὐπόρως (ΑΜ)
με ευπορία, με οικονομική άνεση (α. «ευπόρως διάγω» β. «ευπόρως έχω»)
αρχ.
εύκολα, χωρίς εμπόδια.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + πόρος. Η λ. πόρος είχε αρχικά τη σημασία «πέρασμα», αργότερα σήμαινε και το «μέσον, την πηγή» και, κατ' επέκταση, τις «οικονομικές πηγές». Με αυτή τη σημασία η λ. πόρος απαντά ως β' συνθετικό στη λ. εύπορος, που σημαίνει «πλούσιος, ευκατάστατος» (πρβλ. και ά-πορος)].