Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐαερία

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: εὐᾱερία Medium diacritics: εὐαερία Low diacritics: ευαερία Capitals: ΕΥΑΕΡΙΑ
Transliteration A: euaería Transliteration B: euaeria Transliteration C: evaeria Beta Code: eu)aeri/a

English (LSJ)

ἡ,

   A freshness of air, prob. in Callix. 1, cf. Ptol.Tetr.86; fineness of weather, Plu.2.787e, Eust. 1505.19: Ion. εὐηερίη, v. εὐήρεια.

German (Pape)

[Seite 1055] ἡ, gute, milde Luft, neben εὐδία Plut. an seni ger. resp. 7; a. Sp.

Greek (Liddell-Scott)

εὐᾱερία: ἡ, δροσερότης ἀέρος, λαμπρότης καιροῦ, Πλούταρχ. 2. 787D.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
air pur et doux.
Étymologie: εὖ, ἀήρ.

Greek Monolingual

εὐαερία, ἡ (ΑΜ, Α και ιων. τ. εὐηερίη) ευάερος
1. η δροσερότητα του αέρα, η δροσιά
αρχ.
1. η λαμπρότητα του καιρού
2. ούριος άνεμος.

Russian (Dvoretsky)

εὐᾱερία: ἡ чистый воздух, хороший климат Plut.