Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐαπάλλακτος

Ἔρως ἀνίκατε μάχαν -> O love, invincible in battle!
Sophocles, Antigone, 781
Full diacritics: εὐαπάλλακτος Medium diacritics: εὐαπάλλακτος Low diacritics: ευαπάλλακτος Capitals: ΕΥΑΠΑΛΛΑΚΤΟΣ
Transliteration A: euapállaktos Transliteration B: euapallaktos Transliteration C: evapallaktos Beta Code: eu)apa/llaktos

English (LSJ)

ον,

   A easy to get rid of, ἵππος (i.e. finding a ready sale) X.Eq.3.1; -ότερον πάθος Arist.Pr.883a18, cf. Ruf. ap. Orib.6.38.19, Max.Tyr.13.3. Adv. -τως, ἔχειν to be easy to evacuate, of a position, Aen.Tact.16.18.

German (Pape)

[Seite 1057] wovon man sich leicht losmachen kann, leicht zu verlaufen, Xen. Equ. 3, 1 u. sp.

Greek (Liddell-Scott)

εὐαπάλλακτος: -ον, ἀφ’ οὗ εὐκόλως τις ἀπαλλάσσεται, ἵππος 3. 1· εὐαπαλλακτότερον πάθος Ἀριστ. Προβλ. 5. 22. - Ἐπίρρ. -τως Αἰν. Τακτ. σ. 50 ἔκδ. Orell.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
qu’on échange sans peine, facile à vendre.
Étymologie: εὖ, ἀπαλλάσσω.

Greek Monolingual

εὐαπάλλακτος, -ον (Α)
1. αυτός από τον οποίο απαλλάσσεται ή ελευθερώνεται κάποιος εύκολα («τὸ πάθος γίνεται εὐαπαλλακτότερον», Αριστοτ.)
2. αυτός που διασκορπίζεται, που εξαφανίζεται εύκολα
3. ανεμπόδιστος, ελεύθερος
4. (για επιχείρημα) αυτός που εύκολα διαψεύδει, ανατρέπει ή ανασκευάζει.
επίρρ...
εὐαπαλλάκτως (ΑΜ)
1. με τρόπο ευαπάλλακτο, περιληπτικά
αρχ.
φρ. (για οχυρή θέση) «εὐαπαλλάκτως ἔχει» — είναι εύκολος στο να εκκενώνεται.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + -απ-αλλακτος (< απ-αλλάσσω), πρβλ. αν-απάλλακτος, δυσ-απάλλακτος].

Greek Monotonic

εὐαπάλλακτος: -ον, αυτός από τον οποίο εύκολα απαλλάσσεται κάποιος, σε Ξεν.

Russian (Dvoretsky)

εὐᾰπάλλακτος:
1) легко сбываемый с рук, сразу находящий себе покупателя, без труда продаваемый (ἵππος Xen.);
2) легко излечимый (πάθος Arst.).

Middle Liddell

εὐ-απάλλακτος, ον
easy to part with, Xen.