Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐασμός

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: εὐασμός Medium diacritics: εὐασμός Low diacritics: ευασμός Capitals: ΕΥΑΣΜΟΣ
Transliteration A: euasmós Transliteration B: euasmos Transliteration C: evasmos Beta Code: eu)asmo/s

English (LSJ)

ὁ,

   A the cry of εὐαί, Hermesian.7.18, Str.4.4.6, Plu.Marc.22, Ant.75 (pl.).

German (Pape)

[Seite 1057] ὁ, das Euarufen, bacchantischer Jubelruf, übh. Jubelgeschrei, z. B. bei dem eleusinischen Feste, Hermesian. bei Ath. XIII, 597 d; βοὴ ὄχλου μετὰ εὐασμῶν καὶ πηδήσεων σατυρικῶν Plut. Anton. 75; von der Ovation, Marcell. 22.

Greek (Liddell-Scott)

εὐασμός: ὁ, (εὐάζω) ἡ κραυγὴ εὖα, κραυγὴ ἐνθουσιασμοῦ καὶ εὐθυμίας, ἐπὶ τῶν Ἐλευσινίων μυστηρίων, Ἑρμησιάναξ 5. 18, πρβλ. Πλουτ. Μάρκελλ. 22, Ἀντών. 75. - Κατὰ τὸν Σχολ. Ἀριστοφ. εἰς Ὄρν. 874: «τῶν Ἑλλήνων τινὲς τὸν εὐασμὸν σεβασμὸν λέγουσιν».

French (Bailly abrégé)

οῦ (ὁ) :
cri des bacchantes ; en gén. cri de joie.
Étymologie: εὐάζω.

Greek Monolingual

εὐασμός, ὁ (Α) ευάζω
η κραυγή ευαί, κραυγή ενθουσιασμού και ευθυμίας (για τα Ελευσίνια Μυστήρια) («φερούσας δὲ τὰ μέρη περὶ τὸ ἱερὸν μετ' εὐασμοῡ», Στράβ.).

Greek Monotonic

εὐασμός: ὁ (εὐάζω), κραυγή γλεντιού, ιαχή οργίου, σε Πλούτ.

Russian (Dvoretsky)

εὐασμός: ὁ крик ликования Plut.

Middle Liddell

εὐασμός, ὁ, εὐάζω
a shout of revelry, Plut.