Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὐνήτρια

Ὄττω τις ἔραται -> Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

German (Pape)

[Seite 1082] ἡ, Lagergenossinn, Soph. Tr. 918.

French (Bailly abrégé)

ας (ἡ) :
épouse.
Étymologie: cf. εὐνήτειρα.
Syn. γαμετή, δάμαρ, παράκοιτις, πάρευνος, ξυνάορος, σύγκοιτος, σύζυγος, ἄκοιτις, ἄλοχος, εὖνις², εὐνήτειρα.

Russian (Dvoretsky)

εὐνήτρια: ἡ Soph. = εὐνήτειρα.