Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὔκυκλος

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: εὔκυκλος Medium diacritics: εὔκυκλος Low diacritics: εύκυκλος Capitals: ΕΥΚΥΚΛΟΣ
Transliteration A: eúkyklos Transliteration B: eukyklos Transliteration C: eykyklos Beta Code: eu)/kuklos

English (LSJ)

ον,

   A well-rounded, round, in Il. always of ἀσπίς, 5.453, 797, al., A.Th.590; εὔ. ἕδρα Pi.N.4.66; σφαίρη Parm.8.43; στεφάναι X.Cyn.9.12; εὔκυκλον ποιεῖν Pl.Ti.40a; ὀφθαλμοὶ σελήνης -ότεροι Alciphr.Fr.5.    2in Od. as epith. of ἀπήνη, well-wheeled, 6.58,70; ὄχοι A.Pr.710; ἀντίπηξ E.Ion 1391.    3 of bandages, in horizontal circles, orbicular, Heliod. ap. Orib.48.61 tit., Gal.18(1).786.    II moving in a circle, circling, χορεία Ar.Th.968 (lyr.). Adv.-λως Orph. L.135.

German (Pape)

[Seite 1077] wohlgerundet, bei Hom. in der Il. stets Beiwort des Schildes, ἀσπίς, wie Aesch. Spt. 572, in der Od. des Wagens, ἀπήνη, 6, 58. 70, von Einigen auf die Räder bezogen, richtiger auf den Wagenkorb; ὄχοι, Aesch. Prom. 712; ἕδρα, Pind. N. 4, 66; σφαῖρα, Plat. Soph. 244 e aus Partnen.; εὔκυκλον ποιεῖν, Tim. 40 a; στεφάναι, Xen. Cyn. 9, 12. Bet Ar. Thesm. 968 χορεία, in schönen Kreisen sich bewegender Reigen. – Adv. εὐκύκλως, Orph. lith. 135.

Greek (Liddell-Scott)

εὔκυκλος: -ον, ἔχων καλὴν περιφέρειαν, στρογγύλος, ἐν Ἰλ. ἀείποτε ἐπίθετον τῆς ἀσπίδος, ἀσπίδας εὐκύκλους Ε. 453, 797, κ. ἀλλ., Αἰσχύλ. Θήβ. 590· εὔκ. ἕδρα Πινδ. Ν. 4. 107· σφαίρῃ Παρμεν. 103· ὄχοι Αἰσχύλ. Πρ. 710· ἀντίπηγος εὐκύκλου Εὐρ, Ἴων 1391· στεφάνη Ξεν. Κύρ. 9. 12· εὔκυκλον ποιεῖν Πλάτ. Τίμ. 40Α· ὀφθαλμοὶ Ἀλκίφρ. Ἀποσπ. 5. 2) ἐν τῇ Ὀδ. ὡς ἐπίθ. τοῦ ἀπήνη, πιθ. ταυτόσημον τῷ εὔτροχος, ἔχουσα ὡραίους τροχούς, Ζ. 58. 70 ΙΙ. ἐν κύκλῳ κινούμενος, κυκλικός, χορεία Ἀριστοφ. Θεσμ. 968. ― Ἐπίρρ. λως, Ὀρφ. Λιθ. 135.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 bien arrondi;
2 aux belles roues (char).
Étymologie: εὖ, κύκλος.

English (Autenrieth)

well-rounded, well-rimmed (Il.), well-wheeled, Od. 6.58.

English (Slater)

εὔκυκλος, -ον
   1 in a splendid circle εἶδεν δ' εὔκυκλον ἕδραν, τὰν οὐρανοῦ βασιλῆες πόντου τ ἐφεζόμενοι δῶρα καὶ κράτος ἐξέφαναν (N. 4.66)

Greek Monolingual

εὔκυκλος, -ον (ΑΜ) (Α και εὐκυκλής, -ές)
ο στρογγυλευμένος καλά, στρογγυλός (α. στην Ιλ. πάντα ως επίθ. της λ. ασπίς «ἀσπίδας εὐκύκλους», Ομ. Ιλ.
β. «εὔκυκλος ἕδρα», Πίνδ.)
αρχ.
αυτός που έχει ωραίους τροχούς, ο εύτροχος (α. στην Οδ. ως επίθ. της λ. ἀπήνη
άμαξα
«ἀπήνην ὑψηλὴν εὔκυκλον», Ομ. Οδ.
β. «εὔκυκλος ἀντίπηξ», Ευρ.)
2. (για επιδέσμους) αυτός που έχει οριζόντιους κύκλους
3. αυτός που κινείται σε κύκλο, ο κυκλικόςεὔκυκλος χορεία», Αριστοφ.).
επίρρ...
εὐκύκλως (Α)
κυκλικά, στρογγυλά.

Greek Monotonic

εὔκυκλος: -ον, αυτός που έχει καλή περιφέρεια, στρογγυλός, κυκλοτερής, λέγεται για ασπίδα, σε Ομήρ. Ιλ., Αισχύλ.· λέγεται για άρμα, αυτό που έχει ωραίους τροχούς, στον ίδ., σε Ομήρ. Οδ.

Russian (Dvoretsky)

εὔκυκλος:
1) хорошо закругленный, совершенно круглый (ἀσπίς Hom.; ἕδρα Pind.; ἀντίπηξ Eur.; στεφάνη Xen.; σφαῖρα Parmenides ap. Plat.);
2) с хорошо закругленными колесами, т. е. быстро катящийся (ἀπήνη Hom.; ὄχοι Aesch.);
3) движущийся по кругу, кружащийся, круговой (χορεία Arph.).

Middle Liddell

εὔ-κυκλος, ον
well-rounded, round, of a shield, Il., Aesch.; of a chariot, well-wheeled, Aesch., Od.