Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

εὔοδος

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: εὔοδος Medium diacritics: εὔοδος Low diacritics: εύοδος Capitals: ΕΥΟΔΟΣ
Transliteration A: eúodos Transliteration B: euodos Transliteration C: eyodos Beta Code: eu)/odos

English (LSJ)

ον,

   A easy to pass, of mountains, X.An.4.8.10; of a road, easy to travel, ὁδὸς… εὐοδωτάτη τοῖς ὑποζυγίοις ib.4.2.9; οὐκ εὔοδα ἔσται ὑμῖν LXX Nu.14.41. Adv. -όδως, πορεύεσθαι ib. Pr.24.64 (30.29).    2 metaph., free from difficulty, simple, Epicur.Fr.18, Ptol. Alm.1.2 (Comp.). Adv. simply, readily, νοεῖσθαι Phld.D.3.11: Sup. -ώτατα, τῷ τῆς ἀνδρείας ὀνόματι προσαγορεύεσθαι ib.Fr.81.    3 favourable, πρός τι Mnesith. ap. Ath.3.92c; ὁ εὔοδος θεός, of Pan, CIG 4705b, cf. OGI38 (Egypt, iii B. C.), al., Epigr.Gr.826, etc.

German (Pape)

[Seite 1084] 1) wegsam, gut zu gehen, Ggstz ἄνοδος, ὄρος, Xen. An. 4, 8, 10; ὁδὸς εὐοδωτάτη ἦν τοῖς ὑποζυγίοις 4, 2, 9. – 21 guten Weg, Fortgang habend, Mnesith. bei Ath. III, 92 c; übh. leicht, Plut. adv. Col. 34 aus Epicur. – Adv. leicht, glücklich, Eust.

Greek (Liddell-Scott)

εὔοδος: -ον, εὐδιάβατος, ἐπὶ ὀρέων, Ξεν. Ἀν. 4. 8. 10· ἐπὶ ὁδοῦ, εὔβατος, ὁδὸς... εὐοδωτάτη τοῖς ὑποζυγίοις αὐτόθι 4. 2, 9. 2) μεταφ., εὔκολος, ἄνευ δυσκολίας, ἁπλοῦς, Ἐπίκουρ. παρὰ Πλουτ. 2. 1127D. 3) ὁ εὐκόλως ἐκκρινόμενος, εὐέκκριτος, πρὸς τὰς οὐρήσεις ἐστὶν (τὰ ὄστρεα) οὐκ εὔοδα Μνησίθεος παρ’ Ἀθην. 92C· ὡς ἐπίθετον τοῦ Πανός, ὁ εὔοδος θεός, ὁ παρέχων εὐοδίαν, Συλλ. Ἐπιγρ. (Προσθῆκαι) 4705b, κ. ἀλλ. εὔοδά σοι πάντ’ ἐστι Ἐπιτύμβ. ἐν Amer. Inst. 3. σ. 313.

French (Bailly abrégé)

ος, ον :
1 qui offre une route facile, praticable;
2 qui chemine facilement, sans obstacle ; fig. aisé, facile;
Cp. εὐοδώτερος, Sp. εὐοδότατος.
Étymologie: εὖ, ὁδός.

Greek Monolingual

εὔοδος, -ον (Α)
1. (για βουνά) ευδιάβατος, αυτός που μπορεί να τον διαβεί κάποιος εύκολα
2. (για δρόμο) εύβατος, αυτός στον οποίο μπορεί κάποιος να βαδίσει εύκολα («ὁδός... εὐοδωτάτη τοῑς ὑποζυγίοις», Ξεν.)
3. συνεκδ. εύκολος, απλός, απαλλαγμένος από δυσκολίες
4. ευνοϊκός, αίσιος, αυτός που ευνοεί κάτι ή που συντελεί σε κάτι
5. (ως επίθ. του θεού Πανός) επιγρ. «εὔοδος θεός» — αυτός που παρέχει καλή πορεία
6. το θηλ. ως ουσ.εὔοδος
η προσωπική επαφή, η κοινωνική, φιλική συναναστροφή
7. ιατρ. (για υγρά του σώματος) αυτός που εκκρίνεται εύκολα.
επίρρ...
εὐόδως (Α)
1. με ευδιάβατο τρόπο, με καλό ταξίδι («εὐόδως πορεύεσθαι», ΠΔ)
2. απλά, εύκολα, γρήγορα («εὐόδως νοεῑσθαι», Φιλόδ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + οδός].

Greek Monotonic

εὔοδος: -ον, διαβατός, λέγεται για βουνά, σε Ξεν.· λέγεται για δρόμο, εύκολος για ταξίδι, στον ίδ.

Russian (Dvoretsky)

εὔοδος:
1) дающий свободный проход, легко проходимый (ὄρος Xen.);
2) удобопроходимый, удобный (ὁδος Xen.);
3) легкий, простой (κατηγόρημα Epicur. ap. Plut.).

Middle Liddell

εὔ-οδος, ον
easy to pass, of mountains, Xen.; of a road, easy to travel, Xen.