Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζάβοτος

Μὴ φῦναι τὸν ἅπαντα νικᾷ λόγον -> Not to be born is, past all prizing, best.
Sophocles, Oedipus Coloneus l. 1225
Full diacritics: ζάβοτος Medium diacritics: ζάβοτος Low diacritics: ζάβοτος Capitals: ΖΑΒΟΤΟΣ
Transliteration A: zábotos Transliteration B: zabotos Transliteration C: zavotos Beta Code: za/botos

English (LSJ)

ον, (βόσκω)

   A = πολύφορβος, πολύκτηνος, Hsch.

German (Pape)

[Seite 1135] Hesych. πολύφορβος, πολύκτηνος.

Greek (Liddell-Scott)

ζάβοτος: -ον, (βόσκω) = πολύφορβος, πολύκτηνος, Ἡσύχ.

Greek Monolingual

ζάβοτος, -ον (Α)
(κατά τον Ησύχ.) «πολύφορβος, πολύκτηνος».
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζα + -βοτος < βόσκω].