Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζαής

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883
Full diacritics: ζᾱής Medium diacritics: ζαής Low diacritics: ζαής Capitals: ΖΑΗΣ
Transliteration A: zaḗs Transliteration B: zaēs Transliteration C: zais Beta Code: zah/s

English (LSJ)

ές, (ζα-, ἄημι) Ep. Adj.

   A strong-blowing, stormy, ἄνεμος ζαής Il.12.157, Od.5.368, prob. cj. in Hes.Th.253; ὦρσεν ἔπι ζαῆν ἄνεμον Od.12.313 (cf. Hdn.Gr.2.154, 923); ζαοῦς Νότου AP9.290 (Phil.).

Greek (Liddell-Scott)

ζᾱής: -ές, (ζα-, ἄημι) Ἐπ. ἐπίθ., ἰσχυρῶς πνέων, τρικυμιώδης, ζαὴς ἄνεμος Ἰλ. Μ. 157. Ὀδ. Ε. 368· ὦρσε δ’ ἐπὶ ζαῆν ἄνεμον (ἀντὶ ζαέα, ζαῆ) Ὀδ. Μ. 313· ζαοῦς Νότου Ἀνθ. Π. 9. 290· - πρβλ. καὶ ζάω.

French (Bailly abrégé)

ής, ές :
qui souffle avec violence.
Étymologie: ζα-, ἄημι.

Greek Monolingual

ζαής, -ὲς (Α)
(για άνεμο) αυτός που πνέει ισχυρά, σφοδρός.
[ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθ. από το επιτατικό μόριο ζα- και το -ᾱής (< άος, «πνεύμα αέρας», γλώσσα του άημι). Η μακρότητα του -α- ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα εκτάσεως είτε «εν συνθέσει» είτε για μετρικούς λόγους].

Greek Monotonic

ζᾱής: -ές (ἄημι), αιτ. ζαῆν, θυελλώδης, τρικυμιώδης, αυτός που πνέει βίαια, με μανία, σε Όμηρ.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ζαής -ές [ζα-, ἄημι] van winden onstuimig, stormachtig.

Russian (Dvoretsky)

ζᾱής: (acc. ζαῆν) сильно дующий, порывистый, бурный (ἄνεμος Hom.; Νότος Anth.).

Frisk Etymological English

Grammatical information: adj.
Meaning: blowing strongly (Il.).
Other forms: acc. -ῆν (s. Chantraine Gramm. hom. 1, 209), gen. -οῦς (AP 9, 290)
Origin: IE [Indo-European] [81] *h₂u̯eh₁- blow
Etymology: From *δι̯α-αής, contraction of διά and ἄημι or after the α of δυσ-αής (s. v.).

Middle Liddell

ζᾱ-ής, ές ἄημι
strong-blowing, stormy, Hom.

Frisk Etymology German

ζαής: {zāḗs}
Forms: Akk. -ῆν (zur Erklärung Chantraine Gramm. hom. 1, 209), Gen. -οῦς (AP 9, 290)
Meaning: heftig wehend (ep. seit Il.).
Etymology : Aus *δι̯ααής, Zusammenbildung aus διά und ἄημι mit Kontraktion oder Verlängerung des α nach δυσαής (s. d.).
Page 1,607