Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζειά

Ὁ δ' ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ -> The unexamined life is not worth living
Plato, Apology of Socrates 38a
Full diacritics: ζειά Medium diacritics: ζειά Low diacritics: ζειά Capitals: ΖΕΙΑ
Transliteration A: zeiá Transliteration B: zeia Transliteration C: zeia Beta Code: zeia/

English (LSJ)

ἡ, usu. in pl. ζειαί (sg., v. infr.),

   A one-seeded wheat, Triticum monococcum, used as fodder for horses, Hom. only in Od.; πὰρ δ' ἔβαλον ζειάς, ἀνὰ δὲ κρῖ λευκὸν ἔμειξαν 4.41, cf. 604; in Il. ὄλυραι, e.g. ἵπποι… κρῖ λευκὸν ἐρεπτόμενοι καὶ ὀλύρας 5.196, 8.564; ἀπὸ ὀλυρέων ποιεῦνται σιτία (sc. οἱ Αἰγύπτιοι), τὰς ζειὰς μετεξέτεροι καλέουσι Hdt. 2.36, cf. Eup.14 D., X.An.5.4.27, Str.15.1.18, Asclep. ap. Gal.13.257: in sg., ζειὰ ἁπλῆ Dsc.2.89 (v.l. ζέα),= Gal.6.517.    2 rice-wheat, in sg., Thphr.HP8.9.2, al. (where ὄλυρα is a cultural variety); ζ. δίκοκκος, Triticum dicoccum, Dsc. l.c. (v.l. ζέα), Gal. l.c.

Greek (Liddell-Scott)

ζειά: ἡ, σχεδὸν ἀείποτε ἐν τῷ πληθ. ζειαὶ (ὡς τὸ ὄλυραι), εἶδος σιτηροῦ, πιθ. τὸ «ἀσπροσῖτι», ἐξ οὖ ὁ «φάρος», Λατ. far, Ὅμ. μόνον ἐν Ὀδ., ἔνθα χρησιμεύει ὡς τροφὴ τῶν ἵππων, πὰρ δ’ ἔβαλον ζειάς, ἀνὰ δὲ κρῖ λευκὸν ἔμιξαν Δ. 41, πρβλ. 604· ἐν τῇ Ἰλ. αἱ ὄλυραι τίθενται ἀντὶ τῶν ζειῶν, ἵπποι... κρῖ λευκὸν ἐρεπτόμενοι καὶ ὀλύρας Ε. 196, Θ. 564· καὶ ὁ Ἡρόδ. διαβεβαιοῖ περὶ τῆς ταυτότητος τῶν δύο λέξεων, ὅτι ἐν Αἰγύπτῳ ἐκ τοῦ γεννήματος τούτου παρεσκεύαζον ἄρτον, ἀπὸ ὀλυρέων ποιεῦνται σιτία, τὰς ζειὰς μετεξέτεροι καλέουσι 2. 36, πρβλ. 2, 77, Ἀσκληπ. παρὰ Γαλην. 9. 3· καὶ ὅμως ἡ ζειὰ καὶ ἡ ὄλυρα (ἐνταῦθα ἐν χρήσει καθ’ ἑνικ.) διακρίνονται ἀπ’ ἀλλήλων παρὰ Θεοφρ. Ι. Φ. 8. 1, 3, Διοσκ. 2. 113· ἀφθόνως παρήγετο ἐν τῇ χώρᾳ τῶν Μοσυνοίκων Ξεν. Ἀν. 5. 4, 27· εὕρηται καὶ ὁ τύπος ζέα ἐν Ἀσκληπ. ἔνθ’ ἀνωτ., Στράβ. κλ. (Κυρίως ζέϝα, πρβλ. Σανσκρ. yava (hordeum)· Λιθ. jawas· ἴδε Ζ ζ ΙΙ. 3.)

French (Bailly abrégé)

ᾶς (ἡ) :
sorte de blé, épeautre (Triticum aestivum spelta), plante.
Étymologie: DELG cf. skr. yáva, av. yáva « céréales, orge ».

Greek Monolingual

ζειά, ή (συν. στον πληθ. ζειαί) (Α)
1. μονόκοκκο σιτάρι, χρήσιμο για την τροφή τών αλόγων («πάρ δ' ἔβαλον ζειάς», Ομ. Οδ.)
2. είδος δίκοκκου σιταριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. στον ενικό αριθ. εμφανίζεται στους ελληνιστικούς και μεταγενέστερους χρόνους, ενώ παλαιότερα εχρησιμοποιείτο στον πληθ. ζειαί. Συνδέεται με αρχ. ινδ. yava, αβεστ. yava- «σιτηρά, κριθάρι», λιθ. javas javaĩ «σιτηρά». Ο τ. ζειαί ή < ζε(F)-ιά (παράγωγο με επίθ. -ια) ή < ζεαί, με μετρική έκταση (υπόθεση που δεν φαίνεται πολύ πιθανή). Ο τ. ως α΄ συνθ. εμφανίζεται με τη μορφή ζει- (πιθ. < ζε(F)ε, με συναίρεση) και ως β' συνθετ. με τη μορφή -ζοος < ζο(F)ος (πρβλ. ζεί-δωρος και φυσί-ζοος, τα οποία ερμηνεύθηκαν παρετυμολογικώς ως σύνθ. του ζω / ζωή)].

Greek Monotonic

ζειά: ἡ, κυρίως στον πληθ. ζειαί, είδος σιτηρού, αγριοσίταρο (πιθανόν σίκαλη ή βρώμη), χονδροαλεσμένο σιτάρι που χρησιμοποιείται ως τροφή για άλογα, σε Ομήρ. Οδ.· όπως το ὀλύραι στην Ομήρ. Ιλ.· και ο Ηρόδ. βεβαιώνει εμφατικά την ταυτοσημία των δύο λέξεων (ζειαί - ὀλύραι).

Russian (Dvoretsky)

ζειά: ᾶς ἡ (только pl.) предполож. полба Hom., Her., Xen.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ζειά -ᾶς, ἡ meestal plur. spelt (soort tarwe).

Middle Liddell


mostly in pl. ζειαί, a kind of grain, spelt, a coarse wheat, used as fodder for horses, Od.; like ὀλύραι in Il.; and Hdt. expressly asserts their identity.