Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζειρά

Μολὼν λαβέ -> Come and take them
Plutarch, Apophthegmata Laconica 225C12
Full diacritics: ζειρά Medium diacritics: ζειρά Low diacritics: ζειρά Capitals: ΖΕΙΡΑ
Transliteration A: zeirá Transliteration B: zeira Transliteration C: zeira Beta Code: zeira/

English (LSJ)

ἡ,

   A a wide upper garment, girded about the loins and falling over the feet, worn by Arabians, Hdt.7.69; by Thracians, ib.75, X.An.7.4.4: ζιραί Hsch.; but ζειρά is prescribed by Gramm. in Reitzenstein Ind.Lect.Rost.1892/3p.10.

Greek (Liddell-Scott)

ζειρά: ἡ, εὐρὺ περίβλημα τῶν Ἀράβων ἐπὶ τοῦ χιτῶνος ἐπιβεβλημένου, ὅπερ ἐζώννυτο περὶ τὴν ὀσφὺν καὶ καθικνεῖτο μέχρι τῶν ποδῶν, Ἡρόδ. 7. 69· καὶ οἱ Θρᾷκες ἐφόρουν αὐτὸ, αὐτόθι 75· διακρίνεται δὲ ἀπὸ τῆς χλαμύδος παρὰ Ξεν. Ἀν. 7. 4, 4. Ὡσαύτως φέρεται ζιρά, Ἡσύχ., πρβλ. Valck. Ἀδων. 224Β. (Ἡ λέξις, ὅπως καὶ τὸ πρᾶγμα, ἔχει ξένην ἀρχὴν.)

French (Bailly abrégé)

ᾶς (ἡ) :
longue robe descendant jusqu’aux pieds, des Arabes, des Thraces.
Étymologie: mot d’orig. étrangère.

Greek Monolingual

ζειρά, ή (Α)
ευρύ περίβλημα που φορούσαν οι Άραβες πάνω από τον χιτώνα και το οποίο, δεμένο γύρω από τη μέση, έφθανε ώς τα πόδια.
[ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται πιθ. για δάνεια λ.].

Greek Monotonic

ζειρά: ἡ, φαρδύ ένδυμα που ζώνεται γύρω από τα πλευρά και πέφτει μέχρι τα πόδια, ένδυμα που το φορούσαν οι Άραβες αλλά και οι Θράκες, σε Ηρόδ., Ξεν. (ξενική λέξη).

Russian (Dvoretsky)

ζειρά: ион. ζειρή, ᾶς ἡ зейра или зира (род плаща у арабов и фракийцев) Her., Xen.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ζειρά -ᾶς, ἡ lang en wijd overkleed, tot over de voeten, van Arabieren en van Thraciërs: kaftan.

Frisk Etymological English

Grammatical information: f.
Meaning: long robe kept by a belt worn by Arabs and Thracians (Hdt. 7, 69, 75); cf. ζειροφόρος (Antim. 98 Wyss)
Origin: LW [a loanword which is (probably) not of Pre-Greek origin]
Etymology: Prob. a loan. Latte refers to ζτεραῖον (sic) λο̃πος in an Arc. inscr., SEG 11, 1112

Middle Liddell

ζειρά, ἡ,
a wide upper garment, girded about the loins and falling over the feet, Hdt., Xen. [A foreign word.]