Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζωάρκεια

Μή, φίλα ψυχά, βίον ἀθάνατον σπεῦδε, τὰν δ' ἔμπρακτον ἄντλει μαχανάν -> Oh! my soul do not aspire to eternal life, but exhaust the limits of the possible
Pindar, Pythian, 3.61f.
Full diacritics: ζωάρκεια Medium diacritics: ζωάρκεια Low diacritics: ζωάρκεια Capitals: ΖΩΑΡΚΕΙΑ
Transliteration A: zōárkeia Transliteration B: zōarkeia Transliteration C: zoarkeia Beta Code: zwa/rkeia

English (LSJ)

ἡ,

   A means of subsistence, Sch.E.Hec.362: ζωαρκία, Anon. Prog.in Rh.1.599 W.: ζωαρκέω, support life, Gramm. in Reitzenstein Ind.Lect.Rost.1892/3P.10.

German (Pape)

[Seite 1142] ἡ, Erhaltung des Lebens, Schol. Eur. Hec. 359; auch ζωαρκία, rhett. Walz. I p. 599, 14.

Greek (Liddell-Scott)

ζωάρκεια: ἡ, διατήρησις τῆς ζωῆς, Σχόλ. Εὐρ. Ἑκ. 359· ὡσαύτως, ζωαρκία, Walz Ρήτ. 1. 599.

Greek Monolingual

η (AM ζωάρκεια και διάφ. ανάγν. ζωαρκία) ζωαρκής
νεοελλ.-μσν.
όσα επαρκούν για τη διατήρηση της ζωής, επάρκεια τών προς το ζην
αρχ.
η διατήρηση της ζωής.