Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζωγράφος

Ἐδιζησάμην ἐμεωυτόν -> I searched out myself
Heraclitus, fr. 101B

German (Pape)

[Seite 1142] ὁ (vgl. ζωογράφος), der lebende Wesen od. nach dem Leben malt, übh. der Maler, Plat. Legg. II, 656 e u. öfter; Anth. u. Sp., wie Luc. Herod. 4.

Greek (Liddell-Scott)

ζωγράφος: ὁ, (ζωός, γράφω) ὁ ἀπεικονίζων διὰ τῆς γραφίδος τὴν ζωήν, ἢ καθόλου τὴν φύσιν, Ἡρόδ. 2. 46, Πλάτ. Γοργ. 448C, 453C, Νόμ. 656Β, κτλ.· μεταφ., πολιτειῶν ζ. ὁ αὐτ. Πολ. 501C· πρβλ. ζωογράφος.

French (Bailly abrégé)

ου (ὁ) :
peintre de nature animée ; peintre en gén.
Étymologie: ζωός, γράφω.

Greek Monolingual

ο, η (AM ζωγράφος)
1. ο καλλιτέχνης που απεικονίζει με χρώματα ή με τη γραφίδα κ.λπ. πρόσωπα, ζώα ή πράγματα πάνω σε μιαν επιφάνεια
2. μτφ. αυτός που έχει την ικανότητα να περιγράφει, γραπτά ή προφορικά, με τέτοια παραστατικότητα, ώστε ο ακροατής ή ο αναγνώστης να βλέπει όσα περιγράφονται σαν σε ζωγραφικό πίνακα.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ζωο(ΙΙ) + -γράφος (< γράφω), πρβλ. πεζο-γράφος, συμβολαιο-γράφος. Επειδή το α' συνθετικό ανάγεται στο ζῴο, ο τ. έπρεπε να έχει υπογεγραμμένη (ζῳγράφος). Παρ' όλα αυτά στις καλύτερα μαρτυρούμενες πηγές δεν μαρτυρείται υπογεγραμμένη, πράγμα που δημιουργεί πρόβλημα].

Greek Monotonic

ζωγράφος: ὁ (ζωός, γράφω), αυτός που απεικονίζει με τη γραφίδα του ένα θέμα από τη ζωή ή από τη φύση, ζωγράφος (ό,τι και στη Ν.Ε.), σε Ηρόδ., Πλάτ. κ.λπ.

Russian (Dvoretsky)

ζωγράφος: (ᾰ) ὁ живописец, художник Her., Arst., Luc., Anth.: πολιτειῶν ζ. Plat. устроитель государственных дел, создатель государства.

Dutch (Woordenboekgrieks.nl)

ζωγράφος -ου, ὁ [ζωός, γράφω] schilder; overdr.. πολιτειῶν ζ. een schilder van staatssystemen Plat. Resp. 501c.

Middle Liddell

ζω-γράφος, ὁ, ζωός, γράφω
one who paints from life or from nature, a painter, Hdt., Plat., etc.