Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ζωγραφιά

Σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος -> Man is a dream of a shadow
Pindar, Pythian 8.95f.

Greek Monolingual

και ζουγραφιά και ζωγραφιά, η (AM ζωγραφία) ζωγράφος
νεοελλ.
1. εικόνα ζωγραφισμένη με χρώματα, έργο ζωγραφικής, πολύχρωμη εικόνα
2. σχεδίασμα ή εικόνα τυπωμένη σε βιβλίο
3. μτφ. α) περιγραφή προσώπου, ψυχολογική και ηθική ανάλυση του («στο διήγημα αυτό βλέπεις τη ζωγραφιά του παπά μας»)
β) ως περιγραφική έκφραση της ομορφιάς ενός προσώπου («η όψη του προσώπου της μοιάζει με ζωγραφιά», Βιζυην.)
3. φρ. «είναι ζωγραφιά» — είναι ωραίος ή ωραία
μσν.
αγιογραφία
μσν.-αρχ.
ζωγραφική τέχνη
αρχ.
1. το ζωγράφισμα
2. (για πρόσ.) η ψιμυθίωση
3. (για αρχιτεκτονικά μέλη ή για οικοδομήματα) η κονία.