Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ηδύγελως

τύμβος, ὦ νυμφεῖον, ὦ κατασκαφής οἴκησις αἰείφρουρος, οἷ πορεύομαι πρὸς τοὺς ἐμαυτῆς -> Tomb, bridal chamber, eternal prison in the caverned rock, whither I go to find mine own.
Sophocles, Antigone, 883

Greek Monolingual

ἡδύγελως, -ω, ὁ, ἡ, ήδύγελων, το (Α)
αυτός που γελάει γλυκά.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ηδυ- + γέλως «γέλιο»].