Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ηλεκτροδέκτης

Ὄττω τις ἔραται → Whatever one loves best | Whom you desire most
Sappho

Greek Monolingual

ο
βιολ., ηλεκτροϋποδοχέας εξειδικευμένο αισθητήριο όργανο ορισμένων ψαριών, ευαίσθητο σε ηλεκτρικά κύματα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Απόδοση στην ελλ. ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. electroceptor < electro- (πρβλ. ηλεκτρο-) + -ceptor < receptor «δέκτης»].