Ask at the forum if you have an Ancient or Modern Greek query!

ημίθηλυς

Γηράσκω δ᾽ αἰεὶ πολλὰ διδασκόμενος -> I grow old always learning many things
Solon the Athenian

Greek Monolingual

ἡμίθηλυς, -υ (AM)
αυτός που είναι κατά το ήμισυ θήλυς, ο ερμαφρόδιτος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < ημι- + θήλυς].